ἰξίον
ἰξίον, leaf of χαμαιλέων λευκός ( = ἰξία II)
ἰξίον, τό,
- leaf of χαμαιλέων λευκός ( = ἰξία II), Gal. 19.106.
ἰξίον, ου (τὸ) feuille de l’atractylis, Gal. Lex. Hipp. 19, 106.
Étym. ἰξία.