Ἰξιόνιος
Ἰξιόνιος, of Ixion
Ἰξιόνιος, α, ον [ξῑ] d’Ixion, Il. 14, 317.
Étym. Ἰξίων.
Ἰξιόνιος
- Adj. from Ἰξίων. (Wife) of Ixion.
- Of Dia (see Πειρίθοος) Il. 14.317.
Ἰξιόνιος : ἄλοχος Ἰξῑονίη, wife of Ixīon, Il. 14.317†.