ἰξοφορεύς
ἰξοφορεύς, limed
ἰξο-φορεύς, έως, ὁ,
- limed, δόνακες ἰξοφορῆες AP 9.209.
ἰξο·φορεύς, έως, adj. m. c. le suiv. Anth. 9, 209.
ἰξοφορεύς, ὁ, = ἰξοφόρος, Ep.adesp. 397 (IX.209).
ἰξοφορεύς
ἰξο-φορεύς, έως,
φέρω
- limed, Anth.