ἰσοσταθμέω
ἰσοσταθμέω, to be equal in weight
ἰσο-σταθμέω,
- to be equal in weight, Suid. s.v. ἄγουσαν.
ἰσοσταθμέω, gleichwiegen, Suid.
ἰσοσταθμέω, to be equal in weight