ἰσορρεπής Save LSJ Bailly 2024 Pape ἰσο-ρρεπής, ές, = ἰσόρροπος, Nic. Th. 646, Poet. de herb. 98. ἰσο·ρρεπής, ής, ές [ῐ̄] c. ἰσόρροπος, Nic. Th. 646. ἰσορρεπής, ές, = ἰσόρροπος, Nic. Th. 646 u. a. sp.D.