ἰσοστατέω Save LSJ Bailly 2024 Pape ἰσο-στᾰτέω, = ἰσοσταθμέω, Lib. Decl. 43.2. ἰσο·στατέω-ῶ [ῐ̄ᾰ] peser autant, Lib. 4, 798 ; Clém. 1, 337 Migne. Étym. ἴ. στατός. ἰσοστατέω, = ἰσοσταθμέω, Sp., wie Clem.Al.