ἰχθυφάγος
ἰχθυ-φάγος [ῠ, ᾰ], ον,
- = ἰχθυοφάγος, AP 9.83 (Phil.).
ἰχθυ·φάγος, ος, ον [ῠᾰ] c. ἰχθυοφάγος, Anth. 9, 83.
ἰχθυφάγος, = ἰχθυοφάγος, πελάγους σκύλακες, das sind Delphine, Philp. 72 (IX.83).
ἰχθυφάγος
ἰχθῠ-φάγος (ᾰ), ον
= ἰχθυοφάγος, Anth.