ἰχνευτήρ
ἰχν-ευτήρ, ῆρος, ὁ,
- = sq., Opp. C. 1.76, 450, 468; as Adj., ἰ. ταρσός Nonn. D. 46.115.
ἰχνευτήρ, ῆρος, adj. m. c. le suiv. Nonn. D. 46, 115 ; subst. ὁ ἰχν. Opp. C. 1, 76, etc.
ἰχνευτήρ, ῆρος, ὁ, = ἰχνευτής, Opp. Cyn. 1.76 u. öfter ; adj., ταρσός Nonn. D. 46.115.