ἰχνηλατικός Save LSJ Pape ἰχνηλ-ᾰτικός, ή, όν, = ἰχνευτικός, Sch. S. Aj. 8. ἰχνηλατικός, ή, όν, = ἰχνευτικός, κύων Schol. Soph. Ai. 8.