ἰχνελάτης
ἰχνελάτης, one who pursues
ἰχν-ελάτης, v. ἰχνηλάτης.
ἰχν·ελάτης, ου (ὁ) [ᾰ] c. ἰχνηλάτης, Anth. 6, 183 ; A. Pl. 289.
ἰχνελάτης, ὁ, = ἰχνηλάτης ; τετραπόδων Zosim. 1 (VI.183); θιάσων Ep.adesp. 353 (Plan. 289).
ἰχνελάτης
ἰχν-ελάτης, ου,
- one who pursues the track, Anth.