ἰχωρώδης
ἰχωρώδης [ῑ], ες,
- = ἰχωροειδής, Hp. Morb. 3.16, v.l. in Arist. HA 586a29.
ἰχωρώδης, ης, ες [ῑ] c. ἰχωροειδής, Hpc. 494, 3 ; Arstt. H.A. 7, 7, 3.
Étym. ἰχώρ, -ωδης.
ἰχωρώδης, ες, = ἰχωροειδής, Hippocr., Galen.