Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἱδρός
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἰδμή
ἰδμοσύνη
ἴδμων
Ἴδμων
ἰδνόομαι
ἰδνόω
Ἰδογενής
ἴδοι
ἰδοί
ἰδοίατο
ἰδομαλιάδαι
Ἰδομενεύς
Ἰδομένη
ἰδόμην
ἴδον
ἶδος
ἰδός
ἰδού
ἰδοῦ
Ἰδουμαία
Ἰδουμαῖος
ἰδρεία
ἰδρείη
ἰδρία
Ἰδριάς
Ἰδριεύς
ἰδρίη
ἴδρις
ἰδρίτας
ἰδρίτης
ἱδρός
ἱδροσύνη
ἱδρόω
ἵδρυμα
ἵδρυμαι
ἱδρύνω
ἵδρυσις
ἱδρυτέον
ἱδρυτέος
ἱδρύω
ἱδρῶ
ἵδρωα
ἱδρώδης
ἱδρώεις
ἱδρώιον
ἵδρωμα
ἱδρώς
ἵδρωσις
ἱδρώσσω
ἱδρωτάρια
ἱδρωτήριον
ἱδρωτίδες
ἱδρωτικός
ἱδρωτικῶς
ἱδρώτιον
ἱδρωτοειδῶς
ἱδρωτοποιέω
ἱδρωτοποιΐα
ἱδρωτοποιός
ἰδρωτοποιός
ἱδρώω
…
ἱδρός
Save
Pape
ἱδρός
, ὁ, p. = ἱδρώς, nur des dat. ἱδρῷ wegen angenommen, s. ἱδρώς.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}