ἱεροκηρυκεύω
ἱεροκηρυκεύω, to be a ἱεροκῆρυξ
ἱερο-κηρῡκεύω,
- to be a ἱεροκῆρυξ, Aristeas 184, SIG 444.6 (Delph., iii B.C.): ἱεροκηρυκέω, IGRom. 3.711 (Lycia, iii A.D.).