Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἱεροεργός
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Ἰεριχώ
Ἱέρνη
Ἱερνὶς νῆσος
ἱεροβόαι
Ἱεροβόαμος
ἱεροβοτάνη
ἱερογλυφέω
ἱερογλυφικός
ἱερογλυφιστί
ἱερογλύφος
ἱερόγλυφος
ἱερογλωσσόκομον
ἱερόγλωσσον
ἱερόγλωσσος
ἱερογνωσία
ἱερογομφία
ἱερογραμματεύς
ἱερόγραπτος
ἱερόγραφα
ἱερογραφέω
ἱερογραφία
ἱερογραφικός
ἱερόδακρυς
ἱεροδιδάσκαλος
ἱεροδόκα
ἱεροδόκος
ἱεροδουλεία
ἱερόδουλος
ἱερόδρομος
ἱεροδρόμος
ἱεροεργός
ἱεροθαλλής
ἱεροθεσία
ἱεροθέσιον
ἱεροθετέω
ἱεροθέτης
ἱεροθήκη
ἱεροθρησκεία
ἱερόθροος
ἱεροθύσιον
ἱεροθυτεῖον
ἱεροθυτέω
ἱεροθύτης
ἱερόθυτος
ἱεροκατήγορος
ἱεροκαυτέω
Ἱεροκηπία
ἱεροκηρυκεύω
ἱεροκηρυκέω
ἱεροκῆρυξ
Ἱεροκλείδης
Ἱεροκλῆς
ἱεροκόμας
ἱεροκόμος
ἱεροκορακικά
ἱεροκτίστης
ἱερόκτιτος
ἱερόλαμπρος
ἱερόλας
ἱερόληπτος
ἱερολογέω
…
ἱεροεργός
Save
LSJ
ἱερο-εργός, όν, v. ἱερουργός.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}