ἱερῖτις Save LSJ Pape ἱερ-ῖτις, ιδος, ἡ, = ἱκέτις, A. Fr. 93 ap. Hsch. (-είτην cod., cf. Theognost. Can. 45). ἱερῖτις, ἡ, v.l. für ἱερεῖτις.