ἱερεῖτις
ἱερεῖτις,
- v. ἱερῖτις. ἱερεόομαι, v. ἱερόω.
ἱερεῖτις, ιδος (ἡ) suppliante, Eschl. fr. 87.
Étym. ἱερεύω.
ἱερεῖτις, ιδος, ἡ, fem. zu ἱερείτης ; bei Aesch. frg. 78 erkl. es Hesych. καθαρμοῦ δεομένη.