ϝίκατι
ϝίκατι, twenty feet broad
ϝίκατι,
- v. εἴκοσι:—hence ἰκαστός, = εἰκοστός, IG 5(2).4.18 (Tegea, iv B.C.): ϝῑκατίδειος, ὁ, twenty feet broad, [ἄντομος] Tab.Heracl. 2.18, al.