ἱπποχάρμας
ἱπποχάρμας, delighting in horses
ἱπποχάρμας
- 1delighting in horses ἱπποχάρμαν βασιλῆα (byz.: ἱππιοχ-. codd.) O. 1.23 στ[ρατὸν] ἱπποχάρμαν Pae. 2.104