ἱπποχάρμης
ἱππο-χάρμης, ου, ὁ,
- = ἱππιοχάρμης, Pi. O. 1.23, Pae. 2.104.
ἱππο·χάρμης, ου, adj. m. c. ἱππιοχάρμης, Pd. O. 1, 35.
ἱπποχάρμης, = ἱππιοχάρμης, βασιλεύς Pind. Ol. 1.23.
For Pindar, see also: ἱπποχάρμας