ἱππότιγρις
ἱππότιγρις, a large
ἱππό-τιγρις, ιδος, ὁ,
- a large kind of tiger, D.C. 77.6; cf. ἵππος VII.
ἱππό·τιγρις, ιδος (ὁ) sorte de grand tigre, DC. 77, 6.
Étym. ἵ. τίγρις.
ἱππότιγρις, ιδος, ὁ, eine große Tigerart, DC. 77.6.