Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὀδαξιστικός
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὄγκωμα
ὄγκωσις
ὀγκωτικός
ὀγκωτός
ὀγμεύω
Ὄγμιος
ὄγμος
ὄγυρον
ὀγχέω
Ὀγχησμίτης
Ὀγχήστιος
Ὀγχηστόνδε
Ὀγχηστός
ὄγχνη
ὅδα
ὄδαγμα
ὀδαγμός
ὁδαγός
ὁδάζω
ὁδαῖα
ὁδαῖος
ὀδακτάζω
ὀδακτίζω
ὀδάξ
ὀδαξάω
ὀδαξέω
ὀδαξησμός
ὀδαξηστικός
ὀδαξητικός
ὀδαξισμός
ὀδαξιστικός
ὀδάξω
ὀδαξώδης
ὀδαρός
ὁδάω
ὅδε
ὁδεδί
ὁδεία
ὀδελονόμος
ὀδελός
ὅδευμα
ὁδεύσιμος
ὅδευσις
ὁδευτέον
ὁδευτής
ὁδεύω
ὁδέω
ὀδέων
ὁδηγετέω
ὁδηγέω
ὁδηγησία
ὁδήγησις
ὁδηγητέω
ὁδηγητήρ
ὁδηγητής
ὁδηγητικός
ὁδηγήτρια
ὁδηγία
ὁδηγικός
ὁδηγός
ὁδηπορία
…
ὀδαξιστικός
Save
Pape
ὀδαξιστικός
, = ὀδαξηστικός,
f.l.
bei Poll.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}