ὀδαξώδης
ὀδαξώδης, causing irritation
ὀδαξ-ώδης, ες,
- = ὀδαξητικός, Aret. SD 2.9, etc.; ὀ. εἰς ἡδονήν ib. 11.
ὀδαξώδης, ης, ες, mordant, Arét. p. 60, 42 ; 64, 5, etc.
Étym. ὀδάξ, -ωδης.
ὀδαξώδης, ες, = ὀδαξητικός (?).