ὀκταπάλαιστος
ὀκταπάλαιστος, eight palms wide
ὀκτα-πάλαιστος [πᾰ], ον,
- eight palms wide or long, ἀσπίς Ael. Tact. 12: so ὀκτωπάλαιστος, Ascl. Tact. 5.1.
ὀκτα·πάλαιστος, ος, ον [ᾰᾰ] de huit παλαισταί, El. tact. 12.
Étym. ὀ. παλαιστή.