ὀκταπλόος
ὀκταπλόος, eightfold
ὀκτα-πλόος, ον, contr. ὀκτα-πλοῦς, οῦν,
- eightfold, SIG 672.18 (Delph., ii B. C.): fem. -πλῆ Gal. 13.717.
ὀκταπλόος, zsgzn -πλοῦς, achtfach ?