ὀκτακοσιοστός
ὀκτακοσιοστός, eight-hundredth
ὀκτα-κοσιοστός, ή, όν,
- eight-hundredth, ἔτος D.C. 60.29.
ὀκτακοσιοστός, ή, όν [ᾰ] huit-centième, DC. 60, 29.
Étym. ὀκτακόσιοι.
ὀκτακοσιοστός, eight-hundredth