ὀκτασκελής
ὀκτασκελής, eight-legged
ὀκτα-σκελής, ές,
- eight-legged, ἐπίδεσμος Heliod. ap. Orib. 48.21.1, cf. Gal. 18(1).774.
ὀκτα·σκελής, ής, ές, à huit jambes ou pieds, Orib. p. 93 Mai.
Étym. ὀ. σκέλος.
ὀκτασκελής, ές, achtfüßig, Sp.