ὀλιγοτεκνία
ὀλῐγο-τεκνία, ἡ,
- = ὀλιγοπαιδία, Ptol. Tetr. 189.
ὀλιγοτεκνία, ας (ἡ) [ῐγ] petit nombre d’enfants, Procl. Ptol. 4, 6, p. 264.
Étym. ὀλιγότεκνος.
ὀλιγοτεκνία, ἡ, = ὀλιγοπαιδία, Procl.