ὀλιγότριχος
ὀλιγότριχος, having few hairs
ὀλῐγότρῐχος, ον,
- having few hairs, Arist. HA 498b17.
ὀλιγό·τριχος, ος, ον [ῐγ] c. ὀλιγόθριξ, Arstt. H.A. 2, 1, 17.
ὀλιγότριχος, = ὀλιγόθριξ, Arist. H.A. 2.1.