ὀλιγοφάγος Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape ὀλῐγο-φάγος [ᾰ], ον, = ὀλιγόσιτος, Hp. Vict. 2.49. ὀλιγο·φάγος, ος, ον [ῐᾰ] qui mange peu, Gal. Lex. Hipp. p. 358, 19. Étym. ὀλ. φαγεῖν. ὀλιγο-φάγος -ον [φαγεῖν] weinig etend. ὀλιγοφάγος, = ὀλιγόσιτος, Hippocr.