Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὀργανοποιητικός
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὁρατός
Ὀράτριος
ὁρατῶς
ὁραυγέομαι
ὁράω
Ὄρβηλος
Ὀρβίκιος
ὀρβικλᾶτον
ὀρβικουλᾶτος
ὀρβιοποιέω
ὀρβιοπωλεῖον
ὀρβιοπώλης
ὀρβιοπωλία
ὀρβοπώλης
ὀργά
ὀργάζω
ὀργαίνω
ὀργανάριος
ὀργάνη
ὀργανίζω
ὀργανικός
ὀργανικῶς
ὀργάνιον
ὀργανιστής
ὀργανίτης
ὀργανοθεσία
ὀργανοθετέω
ὄργανον
ὀργανοπήκτωρ
ὀργανοποιέω
ὀργανοποιητικός
ὀργανοποιία
ὀργανοποιΐα
ὀργανοποιικά
ὀργανοποιϊκός
ὀργανοποιός
ὄργανος
ὀργανόω
ὀργάνωσις
ὀργάς
Ὀργᾶς
ὀργασμός
ὀργαστήριον
ὀργάω
ὀργεύς
ὀργεών
ὀργεώνη
ὀργεωνικόν
ὀργεωνικός
ὀργή
Ὀργή
ὄργημα
Ὀργής
ὀργητής
ὀργητύς
ὄργια
ὀργιάζω
ὀργιακός
Ὀργίαλος
ὀργιάς
ὀργιασμός
…
ὀργανοποιητικός
Save
Pape
ὀργανοποιητικός
,
geschickt, Werkzeuge zu verfertigen
(?).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}