ὀργαστήριον
ὀργαστήριον, a place of ὄργια
ὀργ-αστήριον, τό, for ὀργιαστήριον,
- a place of ὄργια, Nic. Al. 8.
ὀργαστήριον, ου (τὸ) lieu où se célébraient les mystères, Nic. Al. 8.
Étym. p. *ὀργιαστήριον, d’ὀργιάζω.
ὀργαστήριον, τό, für ὀργιαστήριον, der Ort, wo Orgien gefeiert werden, Nic. Al. 8.