ὀργιασμός
ὀργιασμός, celebration of orgies
ὀργι-ασμός, ὁ,
- celebrating of ὄργια, Str. 10.3.11, Plu. Superst. 2.169d; οἱ περὶ τὸν Διόνυσον ὀ. Id. Alex. 2.
ὀργιασμός, οῦ (ὁ) célébration de mystères, d’orgies, Str. 469 ; Plut. Alex. 2, M. 417a.
Étym. ὀργιάζω.
ὀργιασμός, ὁ, das Feiern der Orgien ; ἔνοχοι τοῖς Ὀρφικοῖς οὖσαι καὶ τοῖς περὶ τὸν Διόνυσον ὀργιασμοῖς, Plut. Alex. 2 ; καὶ μυήσεις, superstit. 8 ; καὶ τελεταί, defect. orac. 12 ; a.Sp.
ὀργιασμός
from ὀργιάζω
ὀργιασμός, οῦ, ὁ,
- celebration of orgies, Strab.