Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Ὀργίαλος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὀργανοπήκτωρ
ὀργανοποιέω
ὀργανοποιητικός
ὀργανοποιία
ὀργανοποιΐα
ὀργανοποιικά
ὀργανοποιϊκός
ὀργανοποιός
ὄργανος
ὀργανόω
ὀργάνωσις
ὀργάς
Ὀργᾶς
ὀργασμός
ὀργαστήριον
ὀργάω
ὀργεύς
ὀργεών
ὀργεώνη
ὀργεωνικόν
ὀργεωνικός
ὀργή
Ὀργή
ὄργημα
Ὀργής
ὀργητής
ὀργητύς
ὄργια
ὀργιάζω
ὀργιακός
Ὀργίαλος
ὀργιάς
ὀργιασμός
ὀργιαστής
ὀργιαστικός
ὀργιάω
ὀργίζω
ὀργίλος
ὀργιλότης
ὀργίλως
ὄργιον
Ὄργιος
ὀργιοφάντης
ὀργιστέον
ὀργιστέος
ὀργιστικός
ὀργιστός
ὀργιών
ὀργίων
ὀργογοργονίστρια
Ὀργός
ὄργυα
ὄργυια
ὀργυιά
ὀργυιαῖος
ὀργυιόεις
ὀργυιόομαι
ὀργυιόω
ὄρδειλον
ὀρδέω
Ὁρδεώνιος
…
Ὀργίαλος
Save
Bailly 2024
Ὀργίαλος,
ου
(
ὁ
) Orgialos,
h.
Plut.
Ger. reip. præc.
32
.
Étym.
ὀργή
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}