ὄρνις
ὄρνις, ὄρνις, bird; omen
- I bird, including birds of prey and domestic fowls, Hom., etc.; applied to ostriches, X. An. 1.2.7: freq. added to the specific names, ὄρνισιν ἐοικότες αἰγυπιοῖσιν Il. 7.59; λάρῳ ὄρνιθι ἐοικώς Od. 5.51; ὄ. ἀηδών, πέρδιξ, S. Aj. 629, Fr. 323; ὄ. ἁλκυών, ὄ. κύκνος, E. IT 1089 (lyr.), Hel. 19.
- II like οἰωνός, bird of omen, from the flight or cries of which the augur divined, Hes. Op. 828; δεξιός, ἀριστερὸς ὄρνις, Il. 13.821, Od. 20.242, al.; χρηστηρίους ὄρνιθας A. Th. 26, cf. Ag. 112, 157 (both lyr.); ὄ. αἴσιος S. OT 52, cf. Plu. Fab. 19, Gal. 12.314; ὀρνίθων οἰωνίσματα E. Ph. 839.
- 2 metaph., omen taken from the flight or cries of birds, Il. 10.277, al.: generally, omen, presage, without direct reference to birds, 24.219, Pi. P. 4.19; ὄρνιθα δʼ οὐ ποιῶ σε τῆς ἐμῆς ὁδοῦ A. Fr. 95, cf. E. IA 988, Ar. Pl. 63, Av. 719 sqq.; v. ὅδιος.
- III in Att. ὄρνις, ὁ, is mostly, cock, S. El. 18; κοκκυβόας ὄ. Id. Fr. 791, cf. Ar. V. 815; ὄρνις, ἡ, hen, Men. 167, 168, PCair.Zen. 266 (iii B. C., pl.); ἀλέκτορα καὶ ὄρνιθα τελέαν cock and hen, TAM 2(1).245.8 (Lycia); in full, ὄ. ἐνοίκιος A. Eu. 866; θήλεια ὄ. S. Fr. 477; πότερον ὄ. ἢ ταὧς; Ar. Av. 102 (with play on this signf. and signf. I); ὁ ὄρνιξ ὁ σιτευτός fatted fowl, PCair.Zen. 375.1; ὀρνίθων φοινικολόφων Theoc. 22.72, cf. 24.64, Mosch. 3.49; ὄ. οἰκίης Babr. 17.1; also, goose, Id. 123.1.
- IV in pl. sts., bird-market, D. 19.245; cf. ὄρνεον II.
- V Μοισᾶν ὄρνιχες song-birds, i.e. poets, Theoc. 7.47.
- VI Provs.: διώκει παῖς ποτανὸν ὄρνιν A. Ag. 394 (lyr.); ὄ. ὥς τις ἐκ χερῶν ἄφαντος E. Hipp. 828; ὀρνίθων γάλα ‘pigeonʼs milk’, i.e. any marvellous dainty or good fortune, Ar. V. 508, Av. 1673, Mnesim. 9, Men. 936; but ὄρνιθος γάλα white of egg, Anaxag. 22; also a plant, v. ὀρνιθόγαλον.
- VII a constellation, later Cygnus, Eudox. ap. Hipparch. 1.2.16, Arat. 275, Ptol. Tetr. 26.
1. vogel; Att. spec. kip (f.), haan (m.);
2. vogelteken; alg. voorteken.
der Vogel, sowohl der wilde, Raubvogel, als der zahme, Hausvogel, bes. Huhn ; Hom. u. Folgde ; Soph. vrbdt ὄρνις ἀηδών, Aj. 617 ; bes. ein Vogel, der, von den Göttern gesendet, ein Vorzeichen der Zukunft gibt, ὡς οὖν εἴδονθʼ, ὅτʼ ἄρʼ ἐκ Διὸς ἤλυθεν ὄρνις, Il. 8.251, vgl. 13.200 ; ἃς ἄρα οἱ εἰπόντι ἐπέπτατο δεξιὸς ὄρνις, αἰετός, 13.821 ; Od. 15.160, vgl. 20.242 ; Hes. O. 830 ; übh. Vorzeichen, verhängnisvolle Vorbedeutung, auch wenn sie nicht aus dem Vogelfluge entnommen ist, μηδέ μοι αὐτὴ ὄρνις ἐνὶ μεγάροισι κακὸς πέλευ, Il. 24.219 ; vgl. Aesch. frg. 83, ὄρνιθα δʼ οὐ ποιῶ σε τῆς ἐμῆς ὁδοῦ, der auch χρηστήριοι ὄρνιθες erwähnt, Aesch. Spt. 26 ; vgl. μόρσιμʼ ἀπʼ ὀρνίθων ὁδίων Ag. 152 u. φεῦ τοῦ ξυναλλάσσοντος ὄρνιθος βροτοῖς δίκαιον ἄνδρα τοῖσι δυσσεβεστέροις Spt. 579, über die Bestimmung, das Geschick (vgl. Soph. O.R. 52); u. von Raubvögeln, wie οἰωνός, denen die unbestatteten Leichen zum Fraße dienen, ἐπιχωρίοις ὄρνισι δεῖπνον οὐκ ἀναίνομαι πέλειν, Suppl. 782 ; οὐδʼ ὄρνις εὐσήμους ἀπορροιβδεῖ βοάς, Soph. O.R. 1008 ; ὄρνιθα τόνδʼ αἴσιον ποιούμεθα, Eur. I.A. 607 ; οἰωνίσματʼ ὀρνίθων μαθών, Phoen. 846 ; für ein Vogelzeichen braucht es auch Ar. Av. 719 ff., wo er komisch Alles aufzählt, was als Vorbedeutung galt, ὄρνιν τε νομίζετε πάνθʼ ὅσαπερ περὶ μαντείας διακρίνει· φήμηγʼ ὑμῖν ὄρνις ἐστίν, πταρμόν τʼ ὄρνιθα καλεῖτε, ξύμβολον ὄρνιν, φωνὴν ὄρνιν ff., woraus man wenigstens auf den häufigen Gebrauch dieses Wortes in dieser Bdtg schließen kann ; διὰ ὀρνίθων ποιουμένην ζήτησιν τοῦ μέλλοντος, Plat. Phaedr. 244c ; οἷς πιστεύοντες ὥσπερ μάντεις ὄρνισιν, Phil. 67a ; Sp., wie Plut. Fab. 19, χρησάμενος ὄρνισιν οὐκ αἰσίοις, ἀπετράπη. – Der plur. steht zuweilen für den Vogelmarkt, vgl. Porson Ar. Av. 13 ; εἰς τοὺς ὄρνεις εἰσιών, Dem. 19.245. – μουσῶν ὄρνιθες, Musenvögel, Dichter, Kießl. Theocr. 7.47. – sprichwörtlich ὀρνίθων γάλα, Vogelmilch, von glücklichen Menschen, die in Allem über Erwarten Glück haben, denen sogar die Vögel Milch geben, wie es bei uns etwa heißt »wem das Glück wohl will, dem kalbt der Ochs«.
[Ι ist lang in den zweisilbigen Casus Il. 12.218, 24.219 ; bei den Tragg. gew. kurz ; bei Ar. lang, obgleich sich Av. 16, 270, 287, 335 auch ὄρνις u. ὄρνιν mit kurzem ι findet ; spätere Epiker haben es gewöhnlich kurz. Die Gramm. nennen die Länge attischen Gebrauch, vgl. Draco p. 71.7 ; EM. 632.33.]
-ιθος, ὁ, ἡ. ὄρνῖς Il. 24.219.
Dat. pl. ὀρνίθεσσι Il. 17.757 : Od. 22.303. ὄρνισι Il. 7.59.
- 1
A bird Il. 2.459, 764, Il. 3.2, Il. 9.323, etc.: Od. 1.320, Od. 2.181, Od. 5.65, Od. 12.331, Od. 22.303.
With a specific name added : ὄρνισιν αἰγυπιοῖσιν Il. 7.59. Cf. Od. 5.51, Od. 19.548.
- 2
Distinguished as a bird of omen : ὅ τʼ ἐκ Διὸς ἤλυθεν ὀ. Il. 8.251, ὀ. σφιν ἐπῆλθεν Il. 12.200. Cf. Il. 10.277, Il. 12.218, Il. 13.821 := Od. 15.160 = 525, Od. 2.155, 159, Od. 15.531, Od. 20.242, Od. 24.311.
Applied to a person : μή μοι αὐτὴ ὀ. κακὸς πέλευ Il. 24.219.
- 1
- a bird Διὸς πρὸς ὄρνιχα θεῖον (v. l. ὄρνιθα) O. 2.88 ἴυγγα μαινάδʼ ὄρνιν P. 4.216 θάρσος τε τανύπτερος ἐν ὄρνιξιν αἰετὸς ἔπλετο P. 5.112 “καί νιν ὄρνιχος φανέντος κέκλευ ἐπώνυμον εὐρυβίαν Αἴαντα” (i. e. αἰετός: v. ἐπώνυμος) I. 6.53
- b omen “κεῖνος ὄρνις ἐκτελευτάσει, τόν ποτε” P. 4.19 μάντις ὀρνίχεσσι καὶ κλάροισι θεοπροπέων ἱεροῖς P. 4.190 “νῦν ἀρείονος ἐνέχεται ὄρνιχος ἀγγελίᾳ Ἄδραστος ἥρως” P. 8.50 ἐς ἑπταπύλους Θήβας ἄγαγον στρατὸν ἀνδρῶν αἰσιᾶν οὐ κατʼ ὀρνίχων ὁδόν N. 9.19
Strong 3733
a bird; specif., a cock, a hen: Mt 23:3, Lk 13:34 (WH).†
escribe en un huevo de pájaro macho
pon bajo sus labios o sobre el corazón una lengua de pájaro
- Ia bird, Hom., etc.; often added to the specific names, ὄρνισιν ἐοικότες αἰγυπιοῖσιν Il.; λάρῳ ὄρνιθι ἐοικώς Od.; ὄ. ἀηδών, πέρδιξ Soph.; ὄ. ἁλκυών, ὄ. κύκνος Eur.
- IIlike οἰωνός, a bird of omen, from the flight or cries of which the augur divined, Hom., Soph.
- 2metaph., like Lat. avis for augurium, the omen or prophecy taken from the flight or cries of birds, Hom., etc.:—then, generally, an omen, presage, without direct reference to birds, Il.
- IIIin Attic, ὄρνις, is mostly a cock, ὄρνις, ἡ, a hen, Soph., Ar., etc.
- IVin pl. sometimes the bird-market, Ar., Dem.
- VΜοισᾶν ὄρνιθες birds of the Muses, i. e. Poets, Theocr.:— proverb., ὀρνίθων γάλα "pigeonʼs milk, " i. e. any marvellous dainty or good fortune, Ar.
-
…, τοφλαττοθρατ τοφλαττοθρατ, Σφίγγα δυσαμεριᾶν πρύτανιν κύνα, πέμπει, τοφλαττοθρατ τοφλαττοθρατ, σὺν δορὶ καὶ χερὶ πράκτορι θούριος ὄρνις, τοφλαττοθρατ τοφλαττοθρατ, κυρεῖν παρασχὼν ἰταμαῖς κυσὶν ἀεροφοίτοις, τοφλαττοθρατ τοφλαττοθρατ, τὸ συγκλινές τʼ ἐπʼ Αἴαντι, τοφλαττοθρατ…
Aristophanes, Frogs
-
…φαίνεται αὐγή, ὣς τῶν ἐρχομένων ἀπὸ χαλκοῦ θεσπεσίοιο αἴγλη παμφανόωσα διʼ αἰθέρος οὐρανὸν ἷκε. τῶν δʼ ὥς τʼ ὀρνίθων πετεηνῶν ἔθνεα πολλὰ χηνῶν ἢ γεράνων ἢ κύκνων δουλιχοδείρων Ἀσίῳ ἐν λειμῶνι Καϋστρίου ἀμφὶ ῥέεθρα ἔνθα καὶ ἔνθα ποτῶνται ἀγαλλόμενα…
Homer, Iliad
-
…γενήσομαι. ὦ πάτερ, ἐγὼ δὲ σοῦ στερεῖσα φεύξομαι. τί μʼ ἀμφιβάλλεις χερσίν, ὦ τάλαινα παῖ, ὄρνις ὅπως κηφῆνα πολιόχρων κύκνος ; ποῖ γὰρ τράπωμαι πατρίδος ἐκβεβλημένη ; οὐκ οἶδα, τέκνον · μικρὸς ἐπίκουρος πατήρ .…
Euripides, Bacchae
-
…ὕφαινεν. ὕλη δὲ σπέος ἀμφὶ πεφύκει τηλεθόωσα, κλήθρη τʼ αἴγειρός τε καὶ εὐώδης κυπάρισσος. ἔνθα δέ τʼ ὄρνιθες τανυσίπτεροι εὐνάζοντο, σκῶπές τʼ ἴρηκές τε τανύγλωσσοί τε κορῶναι εἰνάλιαι, τῇσίν τε θαλάσσια ἔργα μέμηλεν. ἡ δʼ…
Homer, Odyssey
-
…φίλτατε ξένων Πυλάδη, τί χρὴ δρᾶν ἐν τάχει βουλευτέον · ὡς ἡμὶν ἤδη λαμπρὸν ἡλίου σέλας ἑῷα κινεῖ φθέγματʼ ὀρνίθων σαφῆ μέλαινά τʼ ἄστρων ἐκλέλοιπεν εὐφρόνη. πρὶν οὖν τινʼ ἀνδρῶν ἐξοδοιπορεῖν στέγης, ξυνάπτετον λόγοισιν · ὡς ἐνταῦθʼ ἐμέν…
Sophocles, Electra
-
…δεισήνορα. μίμνει γὰρ φοβερὰ παλίνορτος οἰκονόμος δολία μνάμων μῆνις τεκνόποινος. τοιάδε Κάλχας ξὺν μεγάλοις ἀγαθοῖς ἀπέκλαγξεν μόρσιμʼ ἀπʼ ὀρνίθων ὁδίων οἴκοις βασιλείοις · τοῖς δʼ ὁμόφωνον αἴλινον αἴλινον εἰπέ, τὸ δʼ εὖ νικάτω. Ζεύς, ὅστις ποτʼ…
Aeschylus, Agamemnon
-
…· καὶ σχεδὸν ἂν κατά γε τὸ τοιόνδε τὴν τέχνην φαῖεν ὡμοιῶσθαι τῇ μαντικῇ, ὅτι οἱ μάντιες τὸν αὐτὸν ὄρνιθα, εἰ μὲν ἀριστερὸς εἴη, ἀγαθὸν νομίζουσιν εἶναι, εἰ δὲ δεξιὸς, κακόν · καὶ ἐν ἱεροσκοπίῃ τὰ…
Hippocrates, Regimen in Acute Diseases
-
…παλαιᾷ μὲν σύντροφος ἁμέρᾳ, λευκῷ δὲ γήρᾳ μάτηρ νιν ὅταν νοσοῦντα φρενομόρως ἀκούσῃ, αἴλινον αἴλινον οὐδʼ οἰκτρᾶς γόον ὄρνιθος ἀηδοῦς ἥσει δύσμορος, ἀλλʼ ὀξυτόνους μὲν ᾠδὰς θρηνήσει, χερόπλακτοι δʼ ἐν στέρνοισι πεσοῦνται δοῦποι καὶ πολιᾶς ἄμυγμα χαίτας…
Sophocles, Ajax
-
…ἀλεωρῆς. τὴν δʼ αὖτε προσέειπε γέρων Πρίαμος θεοειδής · μή μʼ ἐθέλοντʼ ἰέναι κατερύκανε, μὴ δέ μοι αὐτὴ ὄρνις ἐνὶ μεγάροισι κακὸς πέλευ · οὐδέ με πείσεις. εἰ μὲν γάρ τίς μʼ ἄλλος ἐπιχθονίων ἐκέλευεν, ἢ οἳ…
Homer, Iliad
-
…δʼ ἔστω κράτος. ὦ Ζεῦ, κόπων οἴκτιρε μὴ ἀπολωλότας. κείνου θέλοντος εὖ τελευτήσει τάδε. καὶ Ζηνὸς ὄρνιν τόνδε νῦν κικλῄσκετε. καλοῦμεν αὐγὰς ἡλίου σωτηρίους, ἁγνόν τʼ Ἀπόλλω, φυγάδʼ ἀπʼ οὐρανοῦ θεόν. εἰδὼς ἂν…
Aeschylus, Suppliant Women