ὀρνιθώδης
ὀρνῑθ-ώδης, ες,
- = ὀρνιθοειδής, Arist. PA 659b27, Adam. 2.25: Comp. -έστερος Arist. HA 564b20.
ὀρνιθώδης, ης, ες [ῑ] au cp. -έστερος, c. ὀρνιθοειδής, Arstt. H.A. 6, 10, 2.
Étym. ὄρνις, -ωδης.
ὀρνιθώδης, [ῑ], ες, = ὀρνιθοειδής, Arist. H.A. 6.10.