ὀρνιχολόχος
ὀρνῑχολόχος, ὄρνῑχος, ὄρνῑ-χα, v. ὀρνιθολόχος, ὄρνις.
ὀρνιχολόχος, v. ὀρνιθολόχος.
ὀρνιχολόχος, [ῑ], dor. = ὀρνιθολόχος, Pind. I. 1.48.
ὀρνῑχολόχος
- 1wildfowler μισθὸς γὰρ ἄλλοις ἄλλος ἐπʼ ἔργμασιν ἀνθρώποις γλυκύς, μηλοβότᾳ τʼ ἀρότᾳ τʼ ὀρνιχολόχῳ I. 1.48