ὀρχηστοπόλος Save Bailly 2024 Pape ὀρχηστο·πόλος, ου (ὁ) c. ὀρχηστής, J. Firm. 8, 14. Étym. ὀρχηστής, πέλομαι. ὀρχηστοπόλος, ὁ, = ὀρχηστής, Sp.