ὀρχηστρικός Save LSJ Bailly 2024 Pape ὀρχηστ-ρικός, v. ὀρχηστικός. ὀρχηστρικός, ή, όν, qui concerne la danse, de danse, Ath. 531c. Étym. ὀρχήστρα. ὀρχηστρικός, den Tänzer betreffend, ἑταῖραι, Tänzerinnen, Ath. XII.531c.