ὀψιαίτερος Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape ὀψιαίτερος, ὀψιαίτατος, Att. Comp. and Sup. of ὄψιος. ὀψιαίτερος, cp. d’ὄψιος. ὀψιαίτερος comp. van ὄψιος. ὀψιαίτερος, komparat. zu ὄψιος, ὀψέ.