ὄψανον
ὄψανον, vision
ὄψᾰνον, τό, (ὄψομαι)
- = ὄψις I.3, A. Ch. 534.
ὄψανον, ου (τὸ) [ᾰ] vision, Eschl. Ch. 530 (ὄψ 2).
ὄψανον, τό, = ὄψις, ἡ, das Gesicht, Aesch. Ch. 527.
ὄψανον
ὄψᾰνον, ου, τό,
ὄψομαι
= ὄψις, Aesch.