ὄψις
ὄψις, ὄψις, ἡ, vision, sight (noun)
- I objective, aspect, appearance of a person or thing, πατρὸς φίλου ὄψιν ἀτυχθείς Il. 6.468; εἰσορόων ὄ. τʼ ἀγαθὴν καὶ μῦθον ἀκούων 24.632, cf. S. Ph. 1412 (anap.); δῶρον, οὐ σπουδαῖον εἰς ὄ. Id. OC 577; πλείω τὴν ὄ. παρείχετο made the appearance greater, Th. 6.46; ἀξιόλογον ὄ. παρέχεται τὸ δένδρος PCair.Zen. 157.4 (iii B. C.); ὥστε ὄ. καλὴν φαίνεσθαι X. An. 6.1.9; εἰκάζεσθαι ἀπὸ τῆς φανερᾶς ὄ. Th. 1.10; τὴν ὄ. τοῦ σώματος προορᾶν Id. 7.44: the acc. is used abs., in appearance, τῷ ὄψιν ἐειδόμενος Pi. N. 10.15; στρογγύλος τὴν ὄ. Hermipp. 4; ἀστειότατον τὴν ὄ. Alex. 59; καλός τε κἀγαθὸς τὴν ὄ. Pl. Prm. 127b; ἀπὸ τῆς ὄ. Ἑλληνικός to judge from his looks, Antiph. 33.2; so ἐκ τῆς ὄ. POxy. 37 ii 3 (i A. D.).
- b countenance, face, E. Med. 905, Pl. Phdr. 240d, 254b, etc.; διοίδησις ὅλης ὄ. Herod.Med. in Rh.Mus. 58.83, cf. Sor. 1.44, Philum. ap. Aët. 9.7; οὐκ ἄξιον ἀπʼ ὄψεως οὔτε φιλεῖν οὔτε μισεῖν οὐδένα by the face or look merely, Lys. 16.19; ἀδήλως τῇ ὄ. πλασάμενος so that nothing could be learnt from his countenance, Th. 6.58; τίνι δεδούλωταί ποτε; ὄψει Men. 541.2: pl., Alex. 98.6, Anaxandr. 41.38.
- c visual impression or image of an object, Pl. Tht. 193c.
- 2 thing seen, sight, φοβερὰν ὄ. προσιδέσθαι A. Pers. 48 (anap.), cf. Supp. 567 (lyr.); ὁρῶ Πυλάδην . ., ἡδεῖαν ὄ. E. Or. 727, cf. Pl. Lg. 887d, etc.; ἄλλην ὄ. οἰκοδομημάτων other architectural sights, Hdt. 2.136; τὰ δὲ χρήματα . . ἔστιν ὄψις mere outside show, Antiph. 33.2; πολλὴν ὄ. παρασχόντα ἔπειτα μηδὲν ὠφελῆσαι Hp. Art. 44; of scenic representations, Arist. Po. 1453b1, al.; ὁ τῆς ὄ. κόσμος ib. 1449b33: pl., ib. 1462a16.
- 3 vision, apparition, Hdt. 1.39, etc.; ὄ. ἐν τῷ ὕπνῳ Id. 3.30, al.; ὄ. ἐνυπνίου Id. 8.54; ὄ. ὀνείρου Id. 1.38; ὄ. ἔννυχοι A. Pr. 645, cf. Ag. 425 (lyr.), S. El. 413, E. Hec. 72 (lyr.), IG 42(1).121.11 (Epid., iv B. C.), etc.
- II subjective, power of sight or seeing, vision, ὄψει τινὰ ἰδεῖν, ἐσιδεῖν, Il. 20.205, Od. 25.94, cf. Heraclit. 55, Democr. 11, Emp. 4.10, Th. 7.75, etc.; τῆς ἐμῆς ὄ. Hdt. 2.99, 147; τῆς ὄ. στερηθῆναι Id. 9.93, etc.; οὐ τὸ δρασθὲν πιστότερον ὄψει λαβόντες ἢ τὸ ἀκουσθέν Th. 3.38; οὐ καθορωμένους τῇ ὄ. νυκτὸς οὔσης ib. 112.
- b act of seeing or looking, ἡ εἰς τὸ ἄνω ὄ. Pl. Cra. 396b; sense of sight, Arist. de An. 428a6, Mete. 369b9; τὰ διὰ τῆς ὄ., of pleasures, Id. EN 1118a3, etc.
- c pl., organs of sight, eyes, ὄψεις μαρᾶναι to quench the orbs of sight, S. OT 1328, cf. Ant. 52, Heraclit. 26; τὸ κάλλος πάντων εἷλκε τὰς ὄ. ἐπʼ αὐτόν X. Smp. 1.9; ἀσθενῖ ( = -εῖ) τὰς ὄ. POxy. 911.6 (iii A. D.): so in sg., ἐστερήθη τῆς μιᾶς ὄ. Plb. 3.79.12: sg. in collective sense, the eyes, [ἰχθῦς] λευκὴν ἔχοντες τὴν ὄ. Arist. HA 602a11, cf. PA 656b29.
- d Medic., iris of the eye, Hp. Prorrh. 2.19 (but eye-ball or eye, Id. Prog. 7 (pl.)); also, pupil, Ruf. Onom. 23.
- e of the visual rays which were supposed to proceed from the eyes, Pl. Ti. 45c, 46b, Arist. Mete. 343a13, 370a19: in other places Arist. controverted this Empedoclean theory, Sens. 437b14.
- 2 view, sight, ἀπικνέεσθαι ἐς ὄψιν τινί come into oneʼs sight, i.e. presence, Hdt. 1.136; εἰς ὄψιν τινὸς or τινὶ ἥκειν, μολεῖν, ἐλθεῖν, περᾶν, A. Ch. 215, Pers. 183, E. Med. 173 (anap.), Or. 513; καλέσαι τινὰ ἐς ὄ. Hdt. 5.106; ἀποφαίνειν τί τινι ἐς ὄ. Id. 4.81; λυπηρὰς τῇ ὄ. ἀχθηδόνας προστιθέμενοι Th. 2.37; ἐν ὄ. τοῦ δήμου Plu. TG 12; κατʼ ὄψιν in person, ὡς ἐνετειλάμην σοι κατʼ ὄ. as I enjoined you when with you, POxy. 1154.4 (i A. D.), cf. 117.3 (ii/iii A. D.), etc.
- b dignity, position, κατὰ τὴν ἐμὴν ὄ. καὶ ὑπόλημψιν PLond. 1.77.59 (vi A. D.); ἡ τῶν γονέων ἡμῶν προτεραία ὄ. PMasp. 2 iii6 (vi A. D.).
1. het (zelf) zien:
2. aanblik, het vóórkomen, van pers.:
3. droombeeld, visioen:
Das Schauspiel, φοβερά, ἀήθης, Aesch. Pers. 48, Suppl. 562 ; ἡδεῖα, Eur. Or. 725 ; κοὐδὲν εἰς ὄψιν πλέον, Soph. Aj. 863, vgl. O.C. 583 ; u. die Augen selbst, πῶς ἔτλης σὰς ὄψεις μαρᾶναι, O.R. 1328 ; Ant. 52 ; auch in Prosa, Pol. 3.79.12, 12.7.3 u. Sp., ὄψεως λήμη, Plut. Non Posse 21. – Die Erscheinung, wie auch wir Gesicht sagen, ὄψεις ἔννυχοι Aesch. Prom. 648, vgl. Spt. 693, Pers. 510 ; Soph. El. 405 ; ἔννυχος, Eur. Hec. 72 ; ὄψιν εἶδε ἐν τῷ ὕπνῳ, Her. 3.30 u. öfter, vgl. 8.54, 7.18 ; Plat. Phaed. 60e.
ἡ
[ὀπ-. See ὁράω.]
- 1
Exercise of the power of vision : ὄψει οὔ πω σὺ ἐμοὺς ἴδες (with your eyes) Il. 20.205. Cf. Od. 23.94.
- 2
The fact of seeing something, the sight of ... : πατρὸς ὄψιν ἀτυχθείς Il. 6.468.
- 3
Appearance, outward seeming : ἀγαθήν Il. 24.632.
- 1
- 1appearance τῷ ὄψιν ἐειδόμενος ἀθανάτων βασιλεὺς αὐλὰν ἐσῆλθεν N. 10.15
- Ilook, appearance, aspect of a person or thing, Lat. species oris, aspectus, Il., Soph.; εἰκάζεσθαι ἀπὸ τῆς φανερᾶς ὄψεως Thuc.:—acc. absol. in appearance, Pind., Attic
- 2the countenance, face, Eur., etc.
- 3= θέαμα, a sight, Aesch., Eur., etc.; ἄλλην ὄψιν οἰκοδομημάτων other architectural sights, Hdt.; τῇ ὄψει from what they saw, opp. to τῇ γνώμῃ, Thuc.
- 4a vision, apparition, Hdt., Trag.
- IIeyesight, vision, Hom., Hdt., Attic: in pl. the organs of sight, the eyes, Soph., Xen.
- 2view, sight, Lat. conspectus, ἀπικέσθαι ἐς ὄψιν τινί to come into oneʼs sight, i. e. presence, Hdt.; εἰς ὄψιν τινός or τινὶ ἥκειν, μολεῖν, ἐλθεῖν, περᾶν Aesch., Eur.
-
…δὲ δή ; αὐτὴ ἡ ἰατρική ἐστιν πονηρά, ἢ ἄλλη τις τέχνη ἔσθʼ ὅτι προσδεῖταί τινος ἀρετῆς ὥσπερ ὀφθαλμοὶ ὄψεως καὶ ὦτα ἀκοῆς καὶ διὰ ταῦτα ἐπʼ αὐτοῖς δεῖ τινος τέχνης τῆς τὸ συμφέρον εἰς αὐτὰ ταῦτα σκεψομένης τε καὶ…
Plato, Republic
-
…ὑποπτεύω λέγειν καὶ συμβουλεύειν ἡμῖν τοῦτο τὸ γράμμα. κινδυνεύει γὰρ οὐδὲ πολλαχοῦ εἶναι παράδειγμα αὐτοῦ, ἀλλὰ κατὰ τὴν ὄψιν μόνον. πῶς τοῦτο λέγεις ; σκόπει καὶ σύ. εἰ ἡμῶν τῷ ὄμματι ὥσπερ ἀνθρώπῳ συμβουλεῦον εἶπεν ἰδὲ σαυτόν…
Plato, Alcibiades 1
-
…ἀρετήν, ἀλλʼ ἀντὶ τῆς ἀρετῆς κακίαν ; καὶ πῶς ἄν ; ἔφη · τυφλότητα γὰρ ἴσως λέγεις ἀντὶ τῆς ὄψεως. ἥτις, ἦν δʼ ἐγώ, αὐτῶν ἡ ἀρετή · οὐ γάρ πω τοῦτο ἐρωτῶ, ἀλλʼ εἰ τῇ…
Plato, Republic
-
…τοιούτων ; πάνυ γε. ἐννενόηκας οὖν ὅτι τοῦ ἐμβλέποντος εἰς τὸν ὀφθαλμὸν τὸ πρόσωπον ἐμφαίνεται ἐν τῇ τοῦ καταντικρὺ ὄψει ὥσπερ ἐν κατόπτρῳ, ὃ δὴ καὶ κόρην καλοῦμεν, εἴδωλον ὄν τι τοῦ ἐμβλέποντος ; ἀληθῆ λέγεις. ὀφθαλμὸς…
Plato, Alcibiades 1
-
…ἦν γὰρ δὴ ἄττα τοιάδε · πολλάκις μοι φοιτῶν τὸ αὐτὸ ἐνύπνιον ἐν τῷ παρελθόντι βίῳ, ἄλλοτʼ ἐν ἄλλῃ ὄψει φαινόμενον, τὰ αὐτὰ δὲ λέγον, ὦ Σώκρατες, ἔφη, μουσικὴν ποίει καὶ ἐργάζου. καὶ ἐγὼ ἔν…
Plato, Phaedo
-
…, καὶ τοῦ ὄμματος εἰς ἐκεῖνον τὸν τόπον ἐν ᾧ τυγχάνει ἡ ὀφθαλμοῦ ἀρετὴ ἐγγιγνομένη · ἔστι δὲ τοῦτό που ὄψις ; οὕτως. ἆρʼ οὖν, ὦ φίλε Ἀλκιβιάδη, καὶ ψυχὴ εἰ μέλλει γνώσεσθαι αὑτήν, εἰς ψυχὴν αὐτῇ…
Plato, Alcibiades 1
-
…σφίσιν αὐτοῖς τὴν ἀξίωσιν ταύτην εἰλήφεσαν, μηδένα ὄχλον Ἀθηναῖοι ὄντες Πελοποννησίων νεῶν ὑποχωρεῖν · τότε δὲ πρὸς τὴν παροῦσαν ὄψιν ὁρῶν αὐτοὺς ἀθυμοῦντας ἐβούλετο ὑπόμνησιν ποιήσασθαι τοῦ θαρσεῖν, καὶ ξυγκαλέσας τοὺς Ἀθηναίους ἔλεγε τοιάδε. ὁρῶν ὑμᾶς, ὦ…
Thucydides, The Peloponnesian War
-
…δὲ θέλγοις ἂν ἄθελκτον. σὺ δέ γʼ οὐκ οἶσθα τὸ μέλλον. τί δὲ μέλλω φρένα Δίαν καθορᾶν, ὄψιν ἄβυσσον ; μέτριον νῦν ἔπος εὔχου · τίνα καιρόν με διδάσκεις ; τὰ θεῶν μηδὲν ἀγάζειν. Ζεὺς ἄναξ ἀποστεροί…
Aeschylus, Suppliant Women
-
…ὄψις ὀνείρου ἐν τῷ ὕπνῳ ἐπιστᾶσα ἔφη σε ὀλιγοχρόνιον ἔσεσθαι · ὑπὸ γὰρ αἰχμῆς σιδηρέης ἀπολέεσθαι. πρὸς ὦν τὴν ὄψιν ταύτην τόν τε γάμον τοι τοῦτον ἔσπευσα καὶ ἐπὶ τὰ παραλαμβανόμενα οὐκ ἀποπέμπω, φυλακὴν ἔχων, εἴ κως δυναίμην…
Herodotus, The Histories
-
…, τὴν δʼ εἶπέ τίς μοι δεῦρο βακχείῳ ποδὶ στείχειν Ἀγαύην, οὐδʼ ἄκραντʼ ἠκούσαμεν · λεύσσω γὰρ αὐτήν, ὄψιν οὐκ εὐδαίμονα. πάτερ, μέγιστον κομπάσαι πάρεστί σοι, πάντων ἀρίστας θυγατέρας σπεῖραι μακρῷ θνητῶν · ἁπάσας εἶπον ,…
Euripides, Bacchae