Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὑαλουργική
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὑακινθίζω
ὑακινθινοβαφής
ὑακίνθινος
Ὑακίνθιος
ὑακίνθιος
Ὑακινθίς
ὑακινθοειδής
Ὑάκινθος
ὑάκινθος
Ὑακινθοτρόφια
ὑακινθώδης
ὑακτορίζων
ὑαλᾶς
ὑάλεος
ὑάλη
ὑαλιεύς
ὑαλίζω
ὑαλίης
ὑαλικός
ὑάλινος
ὑάλιος
ὑαλίτης
ὑαλῖτις
ὑαλκάδαι
ὑαλοειδής
ὑαλόεις
ὑαλοκυκάδες
ὕαλος
ὑαλοτέχνης
ὑαλουργεῖον
ὑαλουργική
ὑαλουργικός
ὑαλουργός
ὑαλοῦς
ὑαλόχροος
ὑαλόχρους
ὑαλοχρώδης
ὑαλοψός
ὑαλόω
ὑαλώδης
ὑάλωμα
ὑαλῶπις
ὕαμα
ὑάμινος
Ὑαμπείη
Ὑάμπολις
Ὑαμπολίτης
ὑανέοος
ὑανεῶς
Ὑάνθεια
ὑανία
Ὕαντες
Ὑάντιος
ὔαξ
ὑάς
Ὑᾶται
ὑβάζω
ὑβάλης
ὑβαλλήν
ὑββάλλειν
ὑββάλλω
…
ὑαλουργική
Save
Pape
ὑαλουργική
, ἡ, sc. τέχνη,
die Kunst, Glas zu machen
, Sp.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}