Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὔαξ
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὑαλκάδαι
ὑαλοειδής
ὑαλόεις
ὑαλοκυκάδες
ὕαλος
ὑαλοτέχνης
ὑαλουργεῖον
ὑαλουργική
ὑαλουργικός
ὑαλουργός
ὑαλοῦς
ὑαλόχροος
ὑαλόχρους
ὑαλοχρώδης
ὑαλοψός
ὑαλόω
ὑαλώδης
ὑάλωμα
ὑαλῶπις
ὕαμα
ὑάμινος
Ὑαμπείη
Ὑάμπολις
Ὑαμπολίτης
ὑανέοος
ὑανεῶς
Ὑάνθεια
ὑανία
Ὕαντες
Ὑάντιος
ὔαξ
ὑάς
Ὑᾶται
ὑβάζω
ὑβάλης
ὑβαλλήν
ὑββάλλειν
ὑββάλλω
Ὕβλα
Ὑβλαῖος
Ὕβλη
Ὑβλήσιος
Ὕβλων
ὑβόομαι
ὑβός
ὗβος
ὑβόω
Ὑβρέας
ὑβρίγελως
ὑβρίζω
ὑβριοπαθέω
ὕβρις
ὑβρίς
Ὕβρις
ὑβρίσδω
ὕβρισμα
ὑβρισμός
ὑβριστέος
ὑβριστήρ
ὑβριστής
ὑβριστιάω
…
ὔαξ
Save
LSJ
ὔαξ·
πηδάλιον, ὁδηγός,
Hsch.
(perh. Boeot. for
οἴαξ
).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}