Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὑοειδῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὑμνώδης
ὑμνῳδία
ὑμνῳδογράφος
ὑμνῳδός
ὔμοι
ὕμοιος
ὔμοιος
ὐμολογία
ὑμός
ὑμῶν
ὔμως
ὗν
ὐνάκιον
ὕναν
ὐνεύχομαι
ὕνη
ὐνθύω
ὕνιον
ὕνις
ὑννάς
ὕννη
ὑννιμάχος
ὕννις
ὕννος
ὑντετράστιαν
ὐντίθημι
ὕντωσε
ὑοβοσκός
ὑοβότης
ὑοειδής
ὑοειδῶς
Ὑόεσσα
ὑοθεσία
ὑολλός
ὑομεμνία
ὑομουσία
ὑοποΐα
ὑοπόλος
ὑόπρῳρος
ὑοπώλης
ὑός
ὑοσαλακωνία
ὑόσερις
ὑοσκυαμάω
ὑοσκυάμινος
ὑοσκύαμος
ὑόφθαλμος
ὑοφορβεῖον
ὑοφορβία
ὑοφόρβιον
ὑοφορβός
ὑοχαί
ὑπ
ὐπά
ὐπα
ὑπαγανακτέω
ὑπαγαπάω
ὑπαγγελεύς
ὑπαγγέλλω
ὑπάγγελος
ὑπάγγελτος
…
ὑοειδῶς
Save
Bailly 2024
ὑοειδῶς,
adv.
en forme d’
Υ,
Orib.
p. 127
.
Étym.
v. le préc.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}