ὑοφόρβιον
ὑοφόρβιον, a herd of swine
ὑοφόρβ-ιον, τό,
- = συοφόρβιον, herd of swine, PSI 6.669.7 (iii B.C.), Str. 4.4.3, 5.1.12.
- II v. ὑοφορβεῖον.
ὑο·φόρβιον, ου (τὸ) troupeau de porcs ou de truies, Str. 197, 218.
Étym. ὗς, φορβή.
ὑοφόρβιον, τό, Sauherde, Strab. 4.4.3.
ὑοφόρβιον
ὑο-φόρβιον, ου, τό,
= συοφόρβιον
- a herd of swine, Strab.