ὑοσκυάμινος Save LSJ Bailly 2024 ὑοσκῠά̆μ-ινος, η, ον, of henbane, ἔλαιον Dsc. 1.35. ὑοσκυάμινος, η, ον [ᾰῐ] fait de jusquiame, Diosc. 1, 42. Étym. ὑοσκύαμος.