ὑοφορβός
ὑοφορβός, swineherd
ὑοφορβ-ός, ὁ,
- swineherd, PCair.Zen. 152.6 (iii B.C.), PTeb. 5.171 (ii B.C.), Poll. 7.187.
ὑοφορβός, ὁ, Sauhirt, Sp.
ὑοφορβός, swineherd