ὑπέρκλυσις Save ὑπέρκλυσις, overflow LSJ Bailly 2024 ὑπέρκλῠσις, εως, ἡ, overflow, Eun. VS p.459 B. ὑπέρκλυσις, εως (ἡ) [κλῠ] inondation, Eum. 15. Étym. ὑπερκλύζω.