ὑπανίσχω
ὑπανίσχω, rise slowly
ὑπαν-ίσχω,
- rise slowly, of the moon, Ael. NA 11.10; ὑ. τοῦ ὕδατος Philostr. VA 3.1.
ὑπ·ανίσχω [ῠᾰ] c. ὑπανατέλλω, El. N.A. 11, 10 ; Philstr. 95.
ὑπανίσχω, = ὑπανέχω, intr., = ὑπανατέλλω, Suid.