ὑπαναγνώστης Save Bailly 2024 Pape ὑπαναγνώστης, ου (ὁ) [ῠᾰᾰ] lecteur, Naz. Étym. ὑπαναγιγνώσκω. ὑπαναγνώστης, ὁ, Vorleser, Sp.